Είχα χαθεί, ήταν βέβαιο. Ξεχάστηκα, το παραδέχομαι. Κάπως για λίγο αφέθηκα, κάτι άλλο τράβηξε την προσοχή μου και κάπου ξεστράτισα. Βγήκα απ’ το δρόμο μου. Αυτόν, που παίρνω κάθε μέρα. Τυχερά είν’ αυτά και τα λάθη ανθρωπινά. Το κινητό με επανέφερε στην ορθή πορεία: «Στα 600 μέτρα, στρίψτε δεξιά!». Στρίβω. Νέο μήνυμα: «Συνεχίστε μόνο δεξιά!». Συνεχίζω. Νέο μήνυμα: «Μόνο δεξιά είπαμε!». Σιχτίρ. Νέο... μήνυμα: «Φτάσατε στον προορισμό σας: στενοχώρια, νεύρα, θλίψη, κατάθλιψη, υπερκόπωση, διπολική διαταραχή, γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση».


Είχα φτάσει. Βασικά έπεσα πάνω της. Ηταν κι ανήμερα Δεκαπενταύγουστου, διάολε – να πεις είχε κίνηση; Αλλά είπαμε: τυχερά είν’ αυτά και τα λάθη ανθρωπινά.


Περίεργο αυτό που συμβαίνει με την Επικαιρότητα. Κατ’ αρχάς, ακόμη κι αν πεις να ξεμυτίσεις, έτσι βρε παιδάκι μου, για την ανεμελιά του πράγματος, για να δεις μέσα από τα μάτια του ηγέτη μας, έστω για νανοσεκόντ, θες δε θες, πάλι πάνω της θα πέσεις: κι αν ξεστρατίσεις μη θαρρείς πως θα την αποφύγεις, πάνω σε κείνη θε να πας, και ας τη σιχτιρίσεις (παλιό, λαϊκό άσμα της ερευνητικής δημοσιογραφίας, το οποίο μόλις σκάρωσα). Το χειρότερο, όμως, όλων είναι πως μεταφέρεται στον χρόνο, ως έχει, λες και δεν υπάρχει χρόνος! Λες και παρελθόν, παρόν και μέλλον της ανήκουν, ωσάν τ’ αμπελοχώραφα του παππού της. Καμία ανάγκη τη χρονική γραμμικότητα δεν έχει, στα παλιά της τα παπούτσια την όποια ιστορική συγκυρία έχει γραμμένη, όσο για μας τους δημοσιογράφους, να την κυνηγάμε μας έχει, σαν κάτι κοπρόσκυλα την ουρά τους! Επανεπικαιροποιείται κατά το δοκούν, μεταλλάσσεται δίχως ουσιαστικά ν’ αλλάζει και, γενικότερα, μας έχει του χεριού της. Ως φυσικός, θα πρότεινα να προστεθεί μεν στις ήδη υπάρχουσες, αλλά να μετρηθεί ως αυτόνομη διάσταση: αυτή της Επικαιρότητας.


Εξηγούμαι: Κάθε 15 τ’ Αυγούστου, με κόβιντ ή χωρίς, η Ορθοδοξία γιορτάζει. Τι γιορτάζει; Μία κοίμηση (που επανέρχεται ξανά και ξανά στην επικαιρότητα!). Εναν θάνατο δηλαδή, αλλά δεν τον λέμε θάνατο, γιατί οι μανούλες δεν πρέπει να πεθαίνουν. Και να φανταστείς, η εν λόγω κοίμηση δεν αναφέρεται καν στην Καινή Διαθήκη. Τη διηγήθηκαν, όμως, κάτι «σημαντικοί εκκλησιαστικοί άνδρες» κι εμείς τους πιστέψαμε. Ετσι, γιατί στα κείμενά τους σώζεται, λέει, η «αρχαία και αληθεστάτη» παράδοση της Εκκλησίας (αντιρρήσεις, ψαχουλέματα κι έρευνες περί τούτου δεν θέλω. Το ’παν; Εγινε! Τι είπαν; Οτι όπως ήρθε ένας άγγελος κι είπε στη Μαρία πως είναι έγκυος και θα κάνει μωράκι τον Χριστούλη, έτσι, μίαν ετέραν πρωίαν, άλλο αγγελάκι ήρθε (άγγελος και ντουβρουτζάς, δεν το συζητώ) για να της πει πως αυτό ήταν, σβήνει το καντήλι της. Της έδωσε και τρεις μέρες καιρό για να κάνει... ξέρω κι εγώ... να πλυθεί, να συγυριστεί – ό,τι κάνουν οι προπεθαμένοι τέλος πάντων. Η Παναγίτσα σε κάτι χήρες έδωκε τα φουστάνια της (το παιδί της έχασε, όλο μαύρα θα φόραγε), σε κάτι ελιές πήγε και κάτι προσευχές έλεγε, ε με τα πολλά, τέλεψε ο χρόνος της και τη μέρα της Κοίμησης ένα σύννεφο, λέει, άρπαξε τους Αποστόλους (που ήταν σε επαγγελματικά ταξίδια στα εξωτερικά) και τους πήγε κοντά της. Μόνο τον Θωμά δεν βρήκε – ποιος ξέρει σε ποια τρύπα θα είχε σκαλώσει πάλι το δάχτυλό του και δεν έλεγε να βγει.




Μαζευτήκαν οι υπόλοιποι δέκα στου Ιωάννη το σπίτι, καθώς αυτός τη γηροκόμαγε. Της έκλεισαν τα μάτια, την έβαλαν στο νεκροκρέβατο, την έθαψαν... Η Μαρία, επειδή ήταν αυτή η συγκεκριμένη Μαρία, είχε αυτή τη μεταχείριση;


Ολη αυτή την ιστορία (ή μυθιστορία) γιορτάζουμε κάθε που ο Αύγουστος φτάνει στα μισά του. Εκεί, στις εκκλησιές, που ξεμασχαλιάζονται να σταυροκοπιούνται οι πάσης λογής Μητσοτάρχες. Και τη γιορτάζουμε ίσως και γιατί μας πάει κάπως κι ως χώρα. Ισως γιατί βρέθηκαν κάποιοι (τραγωδούς τους έλεγαν, και ποιητές) που τραγούδησαν την ύβρη τού ν’ αφήνεις τον άλλο άθαφτο, αλλά και αβοήθητο, σαν έρχεται ικέτης στα χωράφια σου.




Βλέπεις, όμως, την άλλη Μαρία, δεν την είδαν. Κι όταν τους την έδειξαν, έκαναν πως δεν τη βλέπουν. Αλλά πάλι, ίσως να τη λέγανε... Γιουδήθ.


Νόρα Ράλλη


efsyn.gr
 
Top