Της Ιωάννας Υψηλάντη
Θυμάμαι την ευτυχία.
Ήταν φτιαγμένη, από ένα τρίγωνο και τρία παιδιά, που ξύπναγαν νωρίς το πρωί και ξεχύνονταν, στους... δρόμους. Όχι σ΄αυτούς με την μαύρη στάμπα. Όχι! Σ΄αυτούς που πλήγωναν τα γόνατα και έφερναν το άρωμα της γης με την πρώτη βροχή.
Κόκκινα μάγουλα, απ΄το κρύο, αλλά ποιος το υπολόγιζε!
Ήταν τα χρόνια, που ο εργάτης και ο συνταξιούχος μπορούσαν ν΄αντέξουν το δίφραγκο του τραγουδιού μας. Κι ας μην μας άφηναν να το ολοκληρώσουμε.
Ήταν ευτυχία τα ψώνια απ΄τον μπακάλη, που κουβαλούσε ο πατέρας, μαζί με τις καραμέλες γάλακτος, που ξετρύπωνε θεατρικά, από την τσέπη.
Και κείνη η ζωντανή γαλοπούλα, στην αυλή, που της μιλούσα, για τα "κατορθώματα" μου, επί τρείς ημέρες. Μόνο που κάθε Χριστούγεννα, εξαφανιζόταν, γιατί "κάπως μας ξέφυγε", μου έλεγαν με συνωμοτικό βλέμμα.
Σήμερα, τα σούπερ μάρκετ είναι ανοιχτά. Και τις Κυριακές. Ο κόσμος πολύς, αλλά απογοητευμένος. Οι πόλεις ολοένα και πιο κατοικημένες. Όλες πίσω από μάσκες.
Μας έκλεψαν το γέλιο, το χαμόγελο, την αναμονή της ευτυχίας.
Ναι! Βγάζουμε περισσότερες φωτογραφίες, τηρούμε τα επιβεβλημένα όρια και φορτσάρουμε, για να δείχνουμε ευτυχισμένοι. Θέλαμε περισσότερα, αλλά πετύχαμε λιγότερα.
Έχουμε έναν υπολογιστή, για να μιλήσουμε στους αγαπημένους μας. Και αυτήν την επιθυμία να είμαστε μαζί, μας την έκλεψαν.
Θυμάμαι την ευτυχία. Έχει πια κολλήσει στο δέρμα μου.
Και δεν είχε κωδικό πρόσβασης.
 
Top