Του Γεωργίου Παπασίμου 

Η βαρύτητα της εθνεγέρτιας Επανάστασης του 1821, ως το αφετηριακό γεγονός του νεοελληνικού Κράτους και της συλλογικής ελευθερίας του ελληνικού Έθνους, επιδρά καταλυτικά τόσο εσωτερικά στην ίαση του πολυτραυματισμένου κοινωνικού ιστού, όσο και διεθνώς, αν αξιολογήσει κανείς ορθά τις λαμπρές εκδηλώσεις σε όλα τα εμβληματικά μνημεία του πλανήτη. Είναι πράγματι εντυπωσιακό το γεγονός ότι ακόμα και σήμερα, διακόσια χρόνια μετά αυτή παρέχει στην ευγνωμονούσα, αλλά ασθμαίνουσα, τύποις μεταμνημονιακή Ελλάδα, οξυγόνο εθνικής ανάτασης και αξιοπρέπειας, παρά τον διαβρωτικό και υπονομευτικό ρόλο των πάσης φύσεως των εθνομηδενιστικών στοιχείων και γραφικών πατριδοκάπηλων. Παράλληλα, παρέχει ενίσχυση της διεθνούς υποστήριξης στις σημερινές, ρευστές και δύσκολες γεωπολιτικές συγκυρίες, όπου οι εθνικοί κίνδυνοι είναι και πάλι ισχυρά παρόντες από την επαναφορά των νεο-οθωμανικών οραμάτων της Τουρκίας και των διακηρυγμένων στρατηγικών σχεδίων περί «γαλάζιας πατρίδας», που απειλούν ευθέως τις δύο κρατικές οντότητες του Ελληνισμού στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Παρά τα επιτεύγματα και τις προσπάθειες του λαού μας σε όλα αυτά τα διακόσια χρόνια, η αντικειμενική απεικόνιση καταδεικνύει τον ανολοκλήρωτο αυτής της Επανάστασης. Όχι μόνο δεν έγινε δυνατή η ένταξη στο ελληνικό Κράτος του συνόλου των ελληνικών εδαφών, αλλά υπήρξε τελικά και δραματική συρρίκνωση του μείζονος Ελληνισμού και η ταύτιση του στα πλαίσια του σημερινού ελληνικού Κράτους μετά την Μικρασιατική καταστροφή του 1922. Παράλληλα το νεοελληνικό Κράτος, δεν κατόρθωσε να μεταβληθεί σε ένα οικονομικά ισχυρό κράτος, που αποτελεί όρο της ανεξαρτησίας του στην πολύπαθη ευρύτερη περιοχή μας. Απόδειξη αυτού, η χρεωκοπία και η μνημονιακή κηδεμονία που σε συνδυασμό με την συνεχιζόμενη δημογραφική αιμορραγία απειλεί την εξαφάνισή του, την ώρα που η γειτονική Τουρκία φτάνει τα 100.000.000 κατοίκους.

Η Επανάσταση του 1821 είχε διπλό χαρακτήρα, αφενός την εθνική απελευθέρωση από τον οθωμανικό ζυγό, εξού και ο ρόλος της ως εθνεγέρτιας του μικρού αλλά ιστορικού έθνους των Ελλήνων, και αφετέρου την πολιτικοκοινωνική διάσταση της Ελευθερίας και της Ισότητας, όπως διατυπώθηκε από τον ακμάζοντα από τον 18ο αιώνα νεοελληνικό Διαφωτισμό, που εμποτίστηκε από τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό και από τις ριζοσπαστικές ιδέες της γαλλικής Επανάστασης. Τυχόν αφαίρεση ή υποτίμηση του ενός στοιχείου έναντι του άλλου είναι βέβαιο ότι αποδομεί τον λαμπρό χαρακτήρα της. Περαιτέρω, είναι δεδομένο ότι ο εθνικοαπελευθερωτικός χαρακτήρας υπήρξε το πρωταρχικό και κύριο στοιχείο αυτής, καθόσον το κύριο καθήκον της ήταν η αποτίναξη του τουρκικού ζυγού και η δημιουργία ανεξάρτητου Κράτους, που θα απελευθέρωνε όλα τα εδάφη που κατοικούνταν από το ελληνικό στοιχείο. Δεν πρέπει όμως να παραγνωρίζονται οι κοινωνικές και ταξικές αντιθέσεις, που ενυπήρχαν οδηγώντας στους αλλεπάλληλους οδυνηρούς εμφύλιους πολέμους, σχεδόν λίγο μετά την έναρξη της.

Παρά όμως τον αδιαμφισβήτητο εθνικοαπελευθερωτικό χαρακτήρα της, αυτή βρίσκεται αντιμέτωπη με μεγάλα τμήματα της ελληνικής «διανόησης», που επιχειρούν την επιβολή ιδεολογικών προταγμάτων τους, με στόχο την υποβάθμιση του εθνικοαπελευθερωτικό χαρακτήρα αυτής και της φύσης της ως εθνογέρτιας. Χαρακτηριστικά, υπάρχουν αυτοί που προτάσσουν τον ατομοκεντρικό χαρακτήρα, δηλαδή την ελευθερία του ατόμου έναντι της αυθαιρεσίας του Κράτους και όχι την ελευθερία του γένους από τον Οθωμανό δυνάστη (Χατζής, Καλύβας κλπ) και αυτοί που ακυρώνουν την μορφή της ως εθνεγέρτιας, ισχυριζόμενοι ότι το ελληνικό ‘Εθνος δημιουργήθηκε μετά από αυτήν (Λιάκος κλπ).

Πέραν της ιστορικής και κοινωνικής μονομέρειας των δύο αυτών κυρίαρχων ρευμάτων στα ελληνικά πανεπιστήμια, ο κίνδυνος είναι η απονεύρωση και η υποτίμηση του ισχυρού πατριωτικού και δημοκρατικού μηνύματος της Επανάστασης του 1821 στις σημερινές ρευστές και επικίνδυνες συνθήκες που αντιμετωπίζει ο ευρύτερος Ελληνισμός.

Οι προσπάθειες αυτές αποτυπώθηκαν και από τις ενέργειες της πλειοψηφίας των συμμετεχόντων στην διορισμένη Επιτροπή για τα διακόσια χρόνια, που επιχείρησαν συστηματικά να αποδομήσουν με έντεχνο τρόπο το εθνικοαπελευθερωτικό νόημα της Επανάστασης, που παραμένει βασικός πυρήνας νοηματοδότησης του παρόντος και του μέλλοντος του Ελληνισμού. Προσπάθησαν να επιβάλλουν την εθνοαποδομητική προπαγάνδα και την εμπέδωση αυτής της αντίληψης, τόσο από τη δεξιά όχθη στα πλαίσια της νεοφιλελεύθερης «κοσμοπολίτικης» ιδεολογίας, όσο και από την αριστερή όχθη, στα πλαίσια της «διεθνιστικής» αντίληψης του δικαιωματισμού.

Αυτό, όμως, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό, γιατί η Επανάσταση του 1821, είναι αποτυπωμένη βαθιά στην συνείδηση των Ελλήνων και, κάθε φορά, που οι συνθήκες απαιτούν τον επανακαθορισμό της πορείας τους και την αναζήτηση τρόπων για την διόρθωσή της, παίζει τον ρόλο του καταλύτη για την αναγκαία εθνική αφύπνιση.

Αυτή είναι περισσότερο από οτιδήποτε άλλο αναγκαία για την ασθμαίνουσα Ελλάδα. Απαιτείται ένα νέο παραγωγικό πρότυπο με στόχο την ενδογενή παραγωγή, η ποιοτική και καθολική ενίσχυση της παιδείας, η ανάδειξη του πολιτισμού και η έμφαση στον πατριωτισμό και τις συλλογικές αξίες. Μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει σμίκρυνση της απόστασης από τους στόχους της Επανάστασης του 1821, κάτι που πρέπει να είναι το νέο όραμα του σύγχρονου Ελληνισμού, έτσι προκειμένου να υπάρξει ανάσχεση των κινδύνων από την νέο-οθωμανική απειλή, τη δημογραφική συρρίκνωση και την οικονομική και πνευματική καχεξία. Προέχει και επιβάλλεται δηλαδή ο αναστοχασμός και ο επανακαθορισμός της πορείας της χώρας μας.
 
Top