
Νίκος Μποζιονέλος
Δεν υπερβάλλω. Το εννοώ κυριολεκτικά, λέξη προς λέξη. Ο Ντόναλντ Τραμπ είναι η μεγαλύτερη απειλή για τον κόσμο μετά τον Αδόλφο Χίτλερ. Και αν αναλογιστεί κανείς το μέγεθος του στρατού και της οικονομίας του, μπορεί να είναι ακόμη μεγαλύτερη.
Ο Τραμπ κυβερνά τις ΗΠΑ ακριβώς με τον τρόπο που έχουν περιγράψει σχεδόν όλοι οι μελετητές του φασισμού: ως ένας διεφθαρμένος τύραννος, του οποίου η κακοβουλία αγγίζει πλέον το αδιανόητο.
Στερεί από εκατομμύρια από τους φτωχότερους ανθρώπους του κόσμου την αγωγή τους για τον HIV και τη διατροφική βοήθεια.
Συλλαμβάνει αυθαίρετα μετανάστες και τους απελαύνει, χωρίς καμία διαδικασία, σε στρατόπεδα βασανιστηρίων εντός και εκτός χώρας.
Αμολά παραστρατιωτικές συμμορίες για να δολοφονούν αθώους πολίτες μέρα μεσημέρι (Μινεσότα) και έπειτα ψεύδεται απροκάλυπτα για το τι συνέβη.
Απαγορεύει βιβλία, καταστρέφει επιστημονική γνώση, λογοκρίνει πανεπιστήμια.
Εκβιάζει και εκφοβίζει συμμάχους, νυν και πρώην.
Απειλεί και διώκει πολιτικούς αντιπάλους, βαφτίζοντάς τους «εσωτερικούς τρομοκράτες».
Λέει ψέματα αδιάκοπα και ξεδιάντροπα για τα πάντα. Τοποθετεί ρητά τον εαυτό του υπεράνω του νόμου. Και αποδεικνύει, σχεδόν κάθε ώρα που είναι ξύπνιος, ότι είναι ο πιο απωθητικός, σκληρός και ανήθικος ψυχοπαθής που πέρασε ποτέ από τον Λευκό Οίκο.
Και ας μην ξεχνάμε: από τις 3 Ιανουαρίου έχει εισβάλει παράνομα και μονομερώς σε κυρίαρχο κράτος, με στόχο να αρπάξει τον ηγέτη του, την πρωτεύουσα και τους φυσικούς του πόρους διά της βίας. Σας θυμίζει κάτι φασιστικό; Η εισβολή στη Βενεζουέλα, ακολουθούμενη αμέσως από αντίστοιχες απειλές προς Κολομβία, Μεξικό και Γροιλανδία, καθιστά τον Τραμπ άμεσο και υπαρκτό κίνδυνο για ολόκληρο τον κόσμο, συγκρίσιμο με τον Χίτλερ μετά την προσάρτηση των Σουδητών το 1938 και την εισβολή στην Πολωνία το 1939.
Τι, όχι;
Όποιος θεωρεί υπερβολική αυτή τη σύγκριση είναι είτε επικίνδυνα ανενημέρωτος είτε επικίνδυνα αφελής. Όταν ρωτήθηκε αν υπάρχει κάτι που να περιορίζει τη διεθνή του ισχύ, ο Τραμπ απάντησε: «Ναι, ένα πράγμα. Η δική μου ηθική. Το δικό μου μυαλό. Αυτό είναι το μόνο που μπορεί να με σταματήσει».
Ή ακούστε τον Στίβεν Μίλερ, τον βασικό ιδεολόγο του Τραμπ, ο οποίος απλώς κήρυξε το διεθνές δίκαιο παρελθόν: «Ζούμε σε έναν κόσμο, στον πραγματικό κόσμο, που κυβερνάται από τη δύναμη, από τη βία, από την ισχύ. Αυτοί είναι οι σιδερένιοι νόμοι του κόσμου. Είμαστε υπερδύναμη. Και επί προεδρίας Τραμπ θα συμπεριφερόμαστε ως υπερδύναμη».
Είναι μια κοσμοθεωρία που μοιάζει ανατριχιαστικά με εκείνη ενός άλλου γνωστού ιδεολόγου. «Όταν δύο στοιχεία συγκρούονται, η λύση είναι η δύναμη. Δεν υπήρξε ποτέ άλλη λύση στην ιστορία και δεν θα υπάρξει ποτέ» και «το φασιστικό κράτος εκφράζει τη βούληση για άσκηση εξουσίας και επιβολή». Ποιος τα είπε; Μα, ο Μπενίτο Μουσολίνι.
Αν η συμπεριφορά του καθεστώτος Τραμπ –και ναι, πρέπει να ονομάζεται καθεστώς– δεν έχει ήδη σημάνει όλους τους συναγερμούς, τότε η παράλογη κλιμάκωση των τελευταίων ημερών σίγουρα θα έπρεπε. Μέσα σε λίγες μέρες οι Ηνωμένες Πολιτείες κήρυξαν πόλεμο σε γειτονική χώρα, απείλησαν με πόλεμο άλλες δύο και δήλωσαν ανοιχτά την πρόθεσή τους να προσαρτήσουν σύμμαχο του ΝΑΤΟ, με στρατιωτική βία αν χρειαστεί.
Όποιος συνεχίζει να μιλά σαν να έχουμε να κάνουμε με «πρόεδρο», «κυβέρνηση» και «πολιτική» με τη συνηθισμένη έννοια αυτών των λέξεων, συσκοτίζει αυτό που πλέον είναι απολύτως σαφές σε ολόκληρο τον κόσμο: πρόκειται για τυραννία του 21ου αιώνα, με έναν αρχιμαφιόζο στο τιμόνι και το φασιστικό εγχειρίδιο στο χέρι.
Γι’ αυτό και μοιάζει όλο και πιο παράλογο το γεγονός ότι ορισμένα μέσα ενημέρωσης εξακολουθούν να καλύπτουν όλα αυτά σαν να πρόκειται για «κανονικούς» γεωπολιτικούς ελιγμούς. «Η επιτυχής επίθεση στη Βενεζουέλα και η απαγωγή του προέδρου Νικολάς Μαδούρο φαίνεται να έδωσαν σημαντική ώθηση στις διεθνείς φιλοδοξίες των ΗΠΑ»: αυτά ήταν τα ακριβή λόγια παρουσιαστή του κορυφαίου δημόσιου δελτίου ειδήσεων της Ολλανδίας, μιλώντας για την πιο κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και τη γενοκτονία στη Γάζα, λες και είχε ήδη αρχίσει το αθλητικό δελτίο.
«Ο Τραμπ έχει ήδη πει ότι, πέρα από τον Μαδούρο, έχει πρόβλημα και με άλλους αριστερούς προέδρους», συνέχισε ο παρουσιαστής, σαν έμπειρος προπαγανδιστής. Ακολούθησε ρεπορτάζ με δύο τυχαίους Κολομβιανούς που «διαφωνούσαν» για το αν ο δικός τους πρόεδρος πρέπει να είναι «ο επόμενος» που θα «αντιμετωπίσει ο Τραμπ».
Φανταστείτε ένα επίκαιρο της δεκαετίας του ’30 για την «επιτυχημένη» εισβολή στην Πολωνία, που έδωσε μεγάλη ώθηση στις «διεθνείς φιλοδοξίες» της Γερμανίας, και αμέσως μετά ένα ρεπορτάζ από τη Δανία ή τη Νορβηγία για το αν μπορεί να είναι οι επόμενες.
Παράξενη σύγκριση; Όπως θα έλεγε ο Τσάρλι Κερκ: αποδείξτε ότι κάνω λάθος.
Όποιος συνεχίζει να εξορθολογίζει τη συμπεριφορά του Τραμπ και των μπράβων του, είτε τη δικαιολογεί, είτε τη μικραίνει, είτε την πνίγει σε whataboutism, είτε κολλά σε σημειολογικές λεπτομέρειες για το αν επιτρέπονται οι ιστορικές συγκρίσεις, απλώς κλείνει εθελοντικά τα μάτια μπροστά σε μια υπαρξιακή απειλή που εκπορεύεται από το Οβάλ Γραφείο.
Προς όλους τους Ρεπουμπλικανούς που θα μπορούσαν να το είχαν αποτρέψει και δεν το έκαναν, παρά τα προειδοποιητικά σημάδια, ακόμη και μετά την απόπειρα πραξικοπήματος του 2021: τα ονόματά σας θα καταγραφούν στην Ιστορία ως των συνεργατών της εποχής μας.
Και προς όλους τους τεχνολογικούς διευθύνοντες συμβούλους, τους δισεκατομμυριούχους και τους παράγοντες της FIFA που πούλησαν συνείδηση και πυξίδα για λίγα ακόμη δισεκατομμύρια στο τέταρτο τρίμηνο: θα σας θυμόμαστε ως τους αληθινούς προδότες του 21ου αιώνα.
Όσο για εμάς, τους Ευρωπαίους με μάτια, αυτιά, φωνή και συνείδηση, το καθήκον είναι ξεκάθαρο. Αυτό που κάποτε ήταν ο μεγαλύτερος σύμμαχός μας είναι πλέον η πιο ισχυρή και επικίνδυνη εγκληματική οργάνωση στον κόσμο. Να ξεσκεπάζουμε κάθε ψέμα τη στιγμή που εκστομίζεται. Να καταδικάζουμε κάθε παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων τη στιγμή που συμβαίνει. Να στηρίζουμε κάθε ήρωα της αντίστασης που τολμά να σταθεί απέναντι στον Τραμπ και την αυλή του.
Να ενισχύσουμε τις συμμαχίες μας. Να συνεργαστούμε με κάθε άνθρωπο καλής θέλησης. Να κρατήσουμε ζωντανή την ελπίδα για το μέλλον και για τους συνανθρώπους μας. Και πάνω απ’ όλα, να αυξήσουμε την ευρωπαϊκή ανεξαρτησία, πολιτική, οικονομική, στρατιωτική και τεχνολογική, σαν να εξαρτάται από αυτό η ζωή μας.
Γιατί εξαρτάται.