Το Πεντάγωνο έδωσε εντολή στην Κεντρική Διοίκηση των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων (CENTCOM), εδώ και αρκετές ημέρες, να ολοκληρώσει τις προετοιμασίες για ενδεχόμενη επανέναρξη μεγάλης κλίμακας στρατιωτικών επιχειρήσεων κατά του Ιράν. Αυτό αναφέρει το Axios, επικαλούμενο Αμερικανούς αξιωματούχους.
Παρότι δεν έχει καθοριστεί συγκεκριμένη ημερομηνία για την έναρξη των επιθέσεων και ο Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει λάβει οριστικές αποφάσεις, αμερικανικές και ισραηλινές πηγές αναφέρουν ότι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις θα μπορούσαν να ξεκινήσουν πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ (3 Νοεμβρίου 2026) και, ενδεχομένως, πριν από τις ισραηλινές, οι οποίες θα διεξαχθούν μία εβδομάδα νωρίτερα (27 Οκτωβρίου 2026).Εφόσον αποφασιστεί η επανέναρξη μεγάλης κλίμακας στρατιωτικών επιχειρήσεων στο στόχαστρο αναμένεται να περιλαμβάνουν μαζικούς βομβαρδισμούς σε ενεργειακές εγκαταστάσεις, υποδομές και πυρηνικούς στόχους, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές.
Η επανέναρξη του πολέμου στο Ιράν μέσα στις επόμενες τρεις έως τέσσερις εβδομάδες θα μπορούσε να επηρεάσει την έκβαση των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ, μεταξύ άλλων λόγω της πιθανής αύξησης των τιμών του πετρελαίου.
«Αποστολή του υπουργείου (σ.σ. Πολέμου) είναι να καταρτίζει και να παρουσιάζει στρατιωτικές επιλογές στον πρόεδρο», δήλωσε στο Axios αξιωματούχος του Πενταγώνου.
Αξιωματούχος του Λευκού Οίκου συμπλήρωσε ότι ο Τραμπ έχει ανά πάσα στιγμή στη διάθεσή του όλες τις επιλογές.
«Οι ΗΠΑ βρίσκονται σε πολύ ισχυρή θέση, καθώς ελέγχουν το Στενό του Ορμούζ και η ιρανική οικονομία καταρρέει. Το Ιράν έχει υποστεί συντριπτικό πλήγμα και η κατάσταση μπορεί να εξελιχθεί με δύο τρόπους: τον εύκολο ή τον δύσκολο», πρόσθεσε ο αξιωματούχος του Λευκού Οίκου.
«Ο πρόεδρος Τραμπ κρατά όλα τα χαρτιά και θα κάνει ό,τι είναι καλύτερο για τις Ηνωμένες Πολιτείες», πρόσθεσε.
Οι συσκέψεις στο Καμπ Ντέιβιντ
Την Παρασκευή, η ομάδα εθνικής ασφάλειας του Τραμπ συνεδρίασε επί αρκετές ώρες στο Καμπ Ντέιβιντ, με αντικείμενο τον πόλεμο στο Ιράν και άλλα ζητήματα.
Ισραηλινός αξιωματούχος δήλωσε στο Axios ότι μέρος της σύσκεψης επικεντρώθηκε στο ενδεχόμενο επανέναρξης μεγάλης κλίμακας στρατιωτικών επιχειρήσεων στο Ιράν.
Μετά τη συνάντηση, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, δήλωσε ότι οι συζητήσεις αφορούσαν τον «μακροπρόθεσμο» σχεδιασμό της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ.
Την ίδια ώρα, οι διαπραγματεύσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν δεν έχουν σημειώσει καμία πρόοδο. Οι μεσολαβητές από το Κατάρ εξακολουθούν να αναμένουν την απάντηση της Τεχεράνης στην αμερικανική αντιπρόταση, η οποία περιλαμβάνει απαιτήσεις για παραχωρήσεις στο ζήτημα του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν.
«Οι συζητήσεις για πιθανή επανέναρξη μεγάλης κλίμακας στρατιωτικών επιχειρήσεων στο Ιράν έχουν ενταθεί. Οι πιθανότητες να συμβεί αυτό πριν από τις εκλογές δεν είναι μεγάλες, αλλά δεν το αποκλείουμε. Μετά τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, οι πιθανότητες αυξάνονται σημαντικά», δήλωσε έτερος Ισραηλινός αξιωματούχος.
Το ερώτημα για τη Σούδα, τα πιθανά πλήγματα στο Ιράν και το σκηνικό κλιμάκωσης
Υπενθυμίζουμε ότι χθες, το γεωπολιτικό πλαίσιο της συζήτησης τέθηκε ευθέως κατά τη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου Ρούμπιο – Γεραπετρίτη, με αφορμή τις πληροφορίες για το ενδεχόμενο ανανεωμένων στρατιωτικών επιδρομών κατά της Τεχεράνης.
Συγκεκριμένα, απευθυνόμενος στον Έλληνα Υπουργό Εξωτερικών, δημοσιογράφος έθεσε το ζήτημα της εμπλοκής των υποδομών της Κρήτης:
«Καθώς ο πρόεδρος Τραμπ εξετάζει το ενδεχόμενο ανανεωμένων πληγμάτων στο Ιράν, εξετάζεται στην Ελλάδα η υποστήριξη αυτών των πληγμάτων από τον Κόλπο της Σούδας, ιδίως υπό το φως των γεγονότων στο Φέρφορντ που κατέδειξαν αυξημένες ιρανικές απειλές για τα αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία στην Ευρώπη;»
Η ερώτηση ανέδειξε τη διεθνή ανησυχία για τη διάχυση της κρίσης στη Μέση Ανατολή και το κατά πόσο οι ελληνοαμερικανικές αμυντικές διευκολύνσεις μπορούν να λειτουργήσουν ως εφαλτήριο επιχειρήσεων σε ένα ενδεχόμενο πολεμικό σενάριο.
«Στάση αρχής και στήριξη του αμυνόμενου»: Η απάντηση της Αθήνας
Απαντώντας στις αιτιάσεις περί εμπλοκής, ο κ. Γεραπετρίτης αποσαφήνισε το κανονιστικό πλαίσιο βάσει του οποίου κινείται η ελληνική εξωτερική πολιτική σε περιόδους ένοπλων αναμετρήσεων:
«Καταρχάς να επισημάνω ότι η Ελλάδα έχει πάρει μία στάση αρχής σε όλα τα ζητήματα που αφορούν τις ένοπλες συγκρούσεις, είτε πρόκειται για την Ουκρανία είτε για τη Μέση Ανατολή. Η στάση αυτή είναι ο σεβασμός του διεθνούς δικαίου και η υποστήριξη του αμεινόμενου απέναντι στον επιτιθέμενο».
Υπό αυτό το πρίσμα, ο υπουργός τόνισε ότι η πολιτεία όχι μόνο διασφάλισε την προστασία της εθνικής επικράτειας και της βάσης της Σούδας, αλλά αξιοποίησε τα γεωπολιτικά της πλεονεκτήματα για να συμβάλει ενεργά στη σταθερότητα της ευρύτερης περιοχής.
Η εξαγωγή ασφάλειας από τα Βαλκάνια έως τον Κόλπο και η επιχείρηση «Ασπίδες»
Αναπτύσσοντας τον ρόλο της χώρας ως παράγοντα ισορροπίας, ο υπουργός Εξωτερικών σημείωσε ότι η Ελλάδα έχει μετατραπεί σε δύναμη εξαγωγής ασφάλειας προς εταίρους και συμμάχους:
«Παρείχαμε ασφάλεια σε γειτονικές χώρες, παρείχαμε ασφάλεια στην Κύπρο, όταν απειλήθηκε ευθέως, στη Βουλγαρία, στις χώρες του Κόλπου. Η Ελλάδα έχει πλέον τη δυνατότητα, χάρη στα ανεπτυγμένα αμυντικά της συστήματα και χάρη στην πολύ ισχυρή γεωπολιτική της θέση, να μπορεί να παρέχει ασφάλεια, να κάνει εξαγωγή ασφάλειας, να είναι πυλώνας σταθερότητας».
Στο ίδιο πλαίσιο, έφερε ως απτό παράδειγμα τη ναυτική παρουσία στην Ερυθρά Θάλασσα, υπενθυμίζοντας ότι η Αθήνα αποτελεί αυτή τη στιγμή τον κύριο επιχειρησιακό συντελεστή στην ευρωπαϊκή επιχείρηση «Ασπίδες» (Operation Aspides), διασφαλίζοντας την ελεύθερη και ασφαλή διέλευση των εμπορικών πλοίων από τις απειλές στην περιοχή.
Η προοπτική μελλοντικών αποστολών στον Κόλπο
Κλείνοντας την τοποθέτησή του για την προστασία των διεθνών θαλάσσιων οδών, ο κ. Γεραπετρίτης περιέγραψε τις συνθήκες υπό τις οποίες η χώρα θα μπορούσε να διευρύνει το αποτύπωμά της:
«Εάν απαιτηθεί να υπάρξει περαιτέρω επιχείρηση, τότε στο πλαίσιο μίας γενικότερης επιχείρησης, η οποία θα έχει την ευθύνη για την ομαλή διέλευση και στον Κόλπο σε κατάσταση ειρήνης, είναι προφανές ότι η Ελλάδα θα βρεθεί και πάλι στο προσκήνιο».
Με τη διατύπωση αυτή, η ελληνική πλευρά διασυνδέει την πιθανή στρατιωτική ή ναυτική της συνδρομή αποκλειστικά με διεθνείς, πολυμερείς πρωτοβουλίες για την προστασία των θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας και τη διατήρηση της ειρήνης.
Ο ρόλος του Ισραήλ και τα πιθανά οφέλη του Νετανιάχου
Ο πρόεδρος Τραμπ είχε, εν τω μεταξύ, την Τετάρτη τηλεφωνική επικοινωνία με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου. Ήταν η δεύτερη συνομιλία τους μέσα σε λίγες ημέρες, έπειτα από πολλές εβδομάδες κατά τις οποίες η επικοινωνία τους ήταν μηδαμινή..
Σύμφωνα με Αμερικανό αξιωματούχο, η συνομιλία των δύο ηγετών επικεντρώθηκε «στην απότιση φόρου τιμής στα θύματα της σφαγής της 7ης Οκτωβρίου και στη διατήρηση της μνήμης τους».
Η τηλεφωνική επικοινωνία πραγματοποιήθηκε αφότου ο Νετανιάχου είχε προηγουμένως συσκεφθεί με την ομάδα εθνικής ασφάλειας του Ισραήλ για το Ιράν, σύμφωνα με τον πρώτο Ισραηλινό αξιωματούχο.
Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός είχε επίσης συνομιλία τη Δευτέρα με τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο.
Σε περίπτωση επανέναρξης των μεγάλης κλίμακας στρατιωτικών επιχειρήσεων, το πιθανότερο είναι ότι οι ΗΠΑ και το Ισραήλ θα δράσουν συντονισμένα, με συμμετοχή και των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων.
Οι δύο Ισραηλινοί αξιωματούχοι υποστήριξαν ότι το ιρανικό καθεστώς βρίσκεται σε κατάσταση απόγνωσης και έντονης καχυποψίας, γεγονός που ενδέχεται να το οδηγήσει να εξαπολύσει πρώτο επίθεση.
Όπως ανέφεραν, οι Ιρανοί έχουν ήδη δεχθεί δύο αιφνιδιαστικές επιθέσεις και δεν θέλουν να υποστούν και τρίτη. Η επανέναρξη του πολέμου θα μπορούσε να επηρεάσει και τις εκλογές στο Ισραήλ, καθώς θεωρείται πιθανό το Ιράν να απαντήσει εξαπολύοντας εκατοντάδες βαλλιστικούς πυραύλους εναντίον της χώρας.
Μια νέα κλιμάκωση της σύγκρουσης ή ακόμη και η διατήρηση ενός κλίματος αυξημένης έντασης ή κατάστασης έκτακτης ανάγκης θα μπορούσε να ωφελήσει πολιτικά τον Μπενιαμίν Νετανιάχου και να εμποδίσει τους πολιτικούς αντιπάλους του να εξαπολύσουν επιθέσεις εναντίον του στο τελικό στάδιο της προεκλογικής εκστρατείας.
