...Ήταν καλοκαίρι του 5ου έτους της 20ής Ολυμπιάδας. Πλησίαζε η ώρα που απ' όλες τις πόλεις της Ελλάδας, οι πομπές με τους προσκυνητές θεατές της Ολυμπίας θα έπαιρναν τους γνώριμους δρόμους για να μεταβούν στο Πανελλήνιο αντάμωμα της Ολυμπίας. Στην Αθήνα επικρατούσε αναβρασμός. Στις προηγούμενες 20 Ολυμπιάδες, κανένας Αθηναίος δεν είχε κατορθώσει να διακριθεί, να νικήσει. Η πόλη της Παλλάδας, ανερχόμενη δύναμη πλέον στον Ελλαδικό χώρο, μέτραγε σιγά - σιγά τις δυνάμεις της.
Τα σκόρπια χωριά και τα αγροτόσπιτα άρχιζαν να ενώνονται. Τα τέσσερα γένη-φυλές των Αθηναίων άρχιζαν να αγωνίζονται, μα ταυτόχρονα να συνασπίζονται. Η Αττική γη άρχιζε να πληθαίνει. Νέοι και νέες συνέρρεαν, κατοικώντας στις γύρω από την Ακρόπολη περιοχές, επεκτείνοντας την πόλη - χωριό - πυρήνα προς όλες τις διευθύνσεις του ορίζοντα. Μέσα σ' αυτά τα πλαίσια, κανένας δεν φανταζόταν ότι θα επακολουθούσε μια ενδεχόμενη νίκη στα Ολύμπια. Οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής, οι Λακεδαιμόνιοι, τα Μέγαρα (πόλη - ανταγωνιστής της Αθήνας εκείνα τα χρόνια), η Μεσσήνη, η Κόρινθος, είχαν «ανέβει» στα μάτια των υπόλοιπων με τις περιφανείς νίκες των Αθλητών - Ολυμπιονικών τους.
Η Αθήνα ήταν απέξω, και αυτό έθλιβε τους ανθρώπους της. Νέοι απ' όλες τις φυλές της ανταγωνίζονταν για να εκπροσωπήσουν καλύτερα την πόλη της Αθήνας στους Ολυμπιακούς που έρχονταν. Στο Αρχαίο Γυμνάσιο (κοντά στο Ζάππειο, δίπλα στο σημερινό Καλλιμάρμαρο) κάθε ημέρα, δεκάδες δρομείς συναγωνίζονταν για να βγουν οι καλύτεροι ή -για να ακριβολογούμε- ο καλύτερος ΟΛΩΝ...
Εκεί ξεχώριζε σιγά - σιγά, μέρα την ημέρα, η μορφή του Παντάλκη. Από το γένος - φυλή των Ολπησσών, ο σπουδαίος δρομέας σε όλες τις καθημερινές δοκιμασίες έβγαινε πρώτος. Η διαφορά από τους άλλους μεγάλωνε. Λίγες ημέρες πριν από την τελική απόφαση για το ποιους θα στείλουν στην Ολυμπία, η απόφαση για τον πρώτο δρομέα είχε βγει. Ο Παντάλκης, η μεγάλη ελπίδα της Αθήνας, θα εκπροσωπούσε τη γενέθλια πόλη.
Όλη η πόλη ξεπροβόδισε τους προσκυνητές - θεατές της Ολυμπίας. Μα πιο πολύ, βγήκαν να παροτρύνουν, να ενισχύσουν, το ηθικό του Παντάλκη.
Η μάνα του του χάρισε την τελευταία αγκαλιά, ο πατέρας τον χτύπησε στην πλάτη, τ' αδέλφια και οι αδελφές του τον φίλησαν, οι φίλοι και οι φίλες του φώναζαν: Να γυρίσεις με το στεφάνι...
Εκείνος χαμογέλασε, βγήκε στην Ιερά Οδό, όπου όλη η πόλη ήταν παρατεταγμένη. Δεξιά κι αριστερά, όλοι είχαν να φωνάξουν, ενθαρρύνοντας τον νεαρό Δρομέα που συμβόλιζε την ίδια την πόλη.
Εκείνος κατηφόρισε προς τον Κεραμεικό. Μικρός ακόμα θυμόταν παρόμοιες σκηνές για άλλους Δρομείς, που έφευγαν για την Ολυμπία και γυρνούσαν νικημένοι. Με κατεβασμένα τα κεφάλια. Χωρίς η πόλη να τους περιμένει. Να χώνονται βιαστικά στα σπίτια των γονέων... Να μη βγαίνουν έξω για μέρες. Και όταν έπειτα από πολύ καιρό έβγαιναν, ήσαν αλλαγμένοι. Δεν ξανάτρεχαν πια. Περπατούσαν βιαστικά στα στενοσόκακα της πόλης. Η ζωή τους είχε αλλάξει. Τους ήξερε. Με ηθικό κατεβασμένο, δύσκολα συνέρχονταν. Έφτιαχναν οικογένεια με δυσκολία, και κάμποσοι ξενιτεύονταν...
Στο μυαλό του, ξεμακραίνοντας έρχονταν και ξανάρχονταν οι σκέψεις αυτές. Όμως μέσα του έκαιγε. Πίστευε στις δυνάμεις του. Η φλόγα που του έκαιγε τα σωθικά, ήταν το πολυπόθητο στεφάνι. Είχε ορκιστεί, αν το κέρδιζε, να το αφιερώσει στην Αθηνά - Παλλάδα. Στο μυαλό του έπλαθε όνειρα για τη νίκη. Κανένας φόβος, καμία υποχώρηση.
Οι ώρες και οι ήμερες μέχρι να φθάσουν στην Ολυμπία κίνησαν γοργά. Οι αθλητές αποχωρίστηκαν από τους προσκυνητές - θεατές. Πήγαν στις όχθες του Αλφειού, πλύθηκαν, εξαγνίσθηκαν, ορκίσθηκαν και απομονώθηκαν από τους Ελλανοδίκες για τον καθαρμό...
Ο Παντάλκης τις ημέρες που ακολούθησαν και πριν από τους Αγώνες, παρακολουθούσε τους άλλους Δρομείς, από τις υπόλοιπες πόλεις. Οι περισσότεροι ήσαν αξιόλογοι και δυνατοί. Κάθε ημέρα εκείνος υπολόγιζε τις δυνάμεις του. Ήξερε τις δικές του δυνατότητες. Το μάτι του όμως ζύγιαζε έναν - έναν τους υπόλοιπους Δρομείς. Εκείνος που ξεχώριζε ήταν ο Σπαρτιάτης. Από κοντά πολύ αξιόλογος ήταν ο Μεγαρίτης. Ο Κορίνθιος ακολουθούσε. Ο Πισάτης ίσως... Αυτοί ήταν οι πιο επίφοβοι.
Οι ημέρες περνούσαν. Δύο ημέρες πριν από τους Αγώνες... Στάθηκε στην Άφεση την ώρα που στεκόταν εκεί για τις δοκιμές του ο Σπαρτιάτης. Ήταν η πρώτη φορά που βρέθηκαν την ίδια ώρα δίπλα-δίπλα. Οι ματιές τους συναντήθηκαν. Λες και είχαν συνεννοηθεί, χωρίς να βγάλουν μιλιά, έσφιξαν τους καλογυμνασμένους μυς και έφυγαν ταυτόχρονα. Στην αρχή πήγαιναν δίπλα-δίπλα. Κάθε δρασκελιά και ένας βρυχηθμός. Άνοιγαν... κι άνοιγαν... κι άνοιγαν... Οι υπόλοιποι δρομείς σταμάτησαν να κινούνται, να γυμνάζονται, να μιλούν. Παρακολουθούσαν τον πρόωρο τελικό, την τελική δοκιμή. Ο Παντάλκης παρακολουθούσε με την άκρη του ματιού. Η αναπνοή του ήταν ήρεμη. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, αλλά όχι στη μέγιστη ένταση. Είχε κι άλλες δυνάμεις. Τον άκουγε να τα δίνει όλα. Καταλάβαινε ότι ο άξιος αντίπαλος δεν είχε άλλο περισσότερο να δώσει. Έτσι κύλησαν τα 9/10 της διαδρομής. Απόμειναν άλλα 20 περίπου μέτρα για το τέρμα. Ο Παντάλκης τον άκουγε βαρύ, με πόδια που χτυπούσαν το χώμα, τον στίβο. Τα δικά του ανάλαφρα... Τότε αποφάσισε...
Οι υπόλοιποι είδαν τον Σπαρτιάτη να αποσπάται από τον Παντάλκη στο τέλος... Να κερδίζει καθαρά. Είδαν τον Παντάλκη να σωριάζεται καταπονημένος δήθεν, ταλαιπωρημένος και ασθμαίνων. Κούνησαν τα κεφάλια λέγοντας ότι πάλι η Σπάρτη θα πανηγυρίζει σε δύο ημέρες.
Ο Σπαρτιάτης γύρισε, τον κοίταξε. Ήταν άξιος αντίπαλος, αλλά αυτός ήταν καλύτερος. Του γύρισε την πλάτη. Σε δύο ημέρες θα έπαιρνε τον κότινο και θα τον πήγαινε στην πόλη του για να συνεχίσει την παράδοση των Σπαρτιατών Ολυμπιονικών.
...Ο Παντάλκης τους είχε ξεγελάσει όλους. Η Αθηνά, η θεά της πόλης του, η θεά της Σοφίας, τον είχε συμβουλέψει. Να μη δείξει τις δυνάμεις του, να μη ξοδέψει τον θρίαμβό του στη δοκιμή. Η νίκη, η μεγάλη νίκη ήταν δική του. Αυτός το ήξερε ήδη. Φύλαξε τις δυνάμεις του για τον μεγάλο τελικό.
...Η ώρα του Αγώνα είχε φθάσει. Οι καλύτεροι σταδιοδρόμοι είχαν παραταχθεί. Το σύνθημα δόθηκε. Ξεχύθηκαν όλοι τρέχοντας στη μέγιστη ένταση.
Ο Παντάλκης έτρεχε πλέον σ' αυτό που λέμε εξωτερικό διάδρομο. Ήταν ήρεμος και βέβαιος για τη νίκη του. Κάθε βήμα και ξεμάκραινε. Ο Σπαρτιάτης τον κοίταζε με την άκρη του ματιού του και δεν πίστευε στα μάτια του. Δεν γινόταν... Δεν μπορούσε να συνέβαινε αυτό...
Ο Αθηναίος Δρομέας έφευγε. Καθαρά μπροστά από τους άλλους. Με μια διαφορά μεγάλη και καθαρή. Διάνυσε τα τελευταία μέτρα γρηγορότερα από τα πρώτα. Πέρασε πρώτος, ενώ οι Αθηναίοι θεατές παραληρούσαν από χαρά. Πίσω του, πολλά μέτρα πίσω, οι υπόλοιποι ακόμα έτρεχαν. Εκείνος χάθηκε μέσα στις αγκαλιές των φίλων του από την Αθήνα. Ο Σπαρτιάτης Δρομέας τον κοίταγε απορημένος.
Γύρισαν γρήγορα στην Αθήνα. Η πόλη τους υποδέχθηκε όπως άρμοζε στον ΠΡΩΤΟ ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΗ ΤΗΣ. Μεγάλες γιορτάσιμες ημέρες χαράς και ευτυχίας. Ένα δυνατό συναίσθημα ΔΥΝΑΜΗΣ και ΠΡΩΤΟΓΝΩΡΗΣ ΑΥΤΟΠΕΠΟΙΘΗΣΗΣ συνεπήρε την πόλη της ΑΘΗΝΑΣ. Ο Παντάλκης τήρησε το λόγο του... Σε δημόσια πομπή... Πήρε το στεφάνι της αγριελιάς, τον κότινο και τον πήγε στο Ναό της, στην Ακρόπολη. Το άφησε ταπεινά, γύρισε και χάθηκε στις αγκαλιές των συμπατριωτών του.
Στην τελευταία γιορτή στο σπίτι του, έδωσε μια ακόμα υπόσχεση. Θα κέρδιζε και στην επόμενη Ολυμπιάδα. Και τον κότινο θα τον κρατούσε εδώ στο σπίτι του... Οι άλλοι τον αγκάλιασαν και του ευχήθηκαν να συμβεί έτσι. Θα ήταν ο πρώτος που θα κατόρθωνε κάτι τέτοιο μέχρι τότε. Δύο συνεχείς νίκες, κανένας δεν το είχε πετύχει μέχρι τον καιρό του Παντάλκη.
Τα χρόνια πέρασαν... Στην επόμενη Ολυμπιάδα ο Παντάλκης ωριμάζοντας σαν Δρομέας ήταν αξεπέραστος. Νίκησε ακόμα πιο εύκολα και ζευγάρωσε τις νίκες του, τηρώντας την υπόσχεση στον εαυτό του πρώτα, και έπειτα στην πόλη του.
Η ΑΘΗΝΑ είχε πια αλλάξει οριστικά. Ξεχνώντας τον επαρχιώτικο, χωριάτικο, αγροτικό προσανατολισμό της, έγινε πια η ΜΕΓΑΛΗ ΠΟΛΗ που ο ΠΑΝΤΑΛΚΗΣ της έδωσε τη μεγάλη ώθηση. Η συνεισφορά του στην αλλαγή της ψυχολογίας του ανθρώπου του καιρού του παραμένει άγνωστη στους πολλούς. Χάρη σ' αυτόν που συνέχισε για χρόνια σαν ΓΥΜΝΑΣΤΗΣ να βοηθάει τους νέους της πόλης του, η Αθήνα πανηγύρισε και άλλες νίκες, κοντράροντας στα ίσια τη ΣΠΑΡΤΗ. Τα πρώτα σπέρματα της σύγκρουσης που θα επακολουθούσε για την πρωτοκαθεδρία στον Ελλαδικό χώρο, είχαν ξεκινήσει εκείνο το πρωινό του Ιούλη του 696 π.Χ. στην 21η ΟΛΥΜΠΙΑΔΑ, με τον θρίαμβο του ΠΑΝΤΑΛΚΗ του ΑΘΗΝΑΙΟΥ, του ΠΡΩΤΟΥ ΔΡΟΜΕΑ ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΗ της πόλης της Αθήνας. (Άλλοι Αθηναίοι Ολυμπιονίκες μετά τον Παντάλκη στα χρόνια που ακολούθησαν, ήταν ο Ευρυβάτης το 672 π.Χ, ο Στόμας το 644 και τελευταίος ο Κύλων το 640 π.Χ., (ο γνωστός για την απόπειρα εγκαθίδρυσης τυραννίδας, και το «Κυλώνειο άγος», τη σφαγή των οπαδών του που είχαν καταφύγει στην Ακρόπολη)).
Σ' αυτόν τον Μεγάλο Δρομέα, τον ΠΑΝΤΑΛΚΗ τον ΑΘΗΝΑΙΟ, τον δις Ολυμπιονίκη, τον πρώτο άνθρωπο που το πανηγύρισε και το κατάφερε αυτό, του αρμόζει η τιμή και η συλλογική - καθολική αναγνώριση που οι ταπεινές αυτές γραμμές του προσφέρουν...

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΔΗΜ. ΣΑΜΙΟΣ
Πρόεδρος του Α.Π.Σ. “ΑΠΟΛΛΩΝ” ΔΥΤ. ΑΤΤΙΚΗΣ
 
Top