ads by Google


Τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε να σταθεί απέναντι στον Τραμπ και να πει «όχι» στη στρατιωτική εμπλοκή της Ισπανίας στον πόλεμο του Ιράν εξηγεί σε άρθρο του στον Economist ο πρωθυπουργός της Ισπανίας, Πέδρο Σάντσεθ.
Όπως επισημαίνει, η Ισπανία δεν μπορεί να επαναλάβει τα λάθη του παρελθόντος, επικαλούμενος την εμπειρία του πολέμου στο Ιράκ το 2003. Τότε, υπενθυμίζει, η εισβολή παρουσιάστηκε ως αναγκαία για την εξουδετέρωση των «όπλων μαζικής καταστροφής» του Σαντάμ Χουσεΐν, όμως αποδείχθηκε μια καταστροφική επιλογή με μακροχρόνιες συνέπειες για τη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη.
Το μάθημα του Ιράκ
Ο Σάντσεθ υπενθυμίζει ότι η ισπανική κοινωνία είχε αντιταχθεί τότε μαζικά στην επέμβαση, παρότι η κυβέρνηση του Χοσέ Μαρία Αθνάρ είχε τελικά στηρίξει τον πόλεμο.
Η σύγκρουση, όπως γράφει, κράτησε οκτώ χρόνια και κόστισε τη ζωή σε περίπου 300.000 ανθρώπους – κυρίως αμάχους. Παράλληλα, προκάλεσε βαθιά αποσταθεροποίηση στη Μέση Ανατολή και συνέβαλε στην άνοδο της τρομοκρατίας, στην προσφυγική κρίση και σε σημαντικές οικονομικές πιέσεις στην Ευρώπη.
«Ένας πόλεμος που παρουσιάστηκε ως αποστολή για τη διάδοση της δημοκρατίας και της ειρήνης κατέληξε να φέρει ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα», σημειώνει.
«Όχι στον πόλεμο»
Σήμερα, τονίζει, η Ισπανία αντιμετωπίζει μια παρόμοια στιγμή και η θέση της κυβέρνησής του είναι ξεκάθαρη: «Όχι στον πόλεμο».
Όπως εξηγεί, η στάση αυτή δεν πηγάζει ούτε από αντιπάθεια προς τις Ηνωμένες Πολιτείες ούτε από συμπάθεια προς το ιρανικό καθεστώς. Αντίθετα, η ισπανική κυβέρνηση –όπως γράφει– έχει επανειλημμένα καταδικάσει τις πολιτικές των ιρανικών αρχών, ιδιαίτερα την καταπίεση των γυναικών και των πολιτών στο εσωτερικό της χώρας.
Ωστόσο, θεωρεί ότι η στρατιωτική σύγκρουση συνιστά παραβίαση του διεθνούς δικαίου και απειλεί την παγκόσμια τάξη που βασίζεται σε κανόνες.
Οικονομικό σοκ για τον κόσμο
Ο Σάντσεθ προειδοποιεί ότι οι συνέπειες του πολέμου θα είναι τεράστιες όχι μόνο για το Ιράν αλλά και για την παγκόσμια οικονομία.
Επικαλείται ανάλυση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας σύμφωνα με την οποία ακόμη και μια μερική διακοπή της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ θα μπορούσε να μειώσει την ανάπτυξη της ευρωζώνης κατά 0,7 ποσοστιαίες μονάδες και να αυξήσει τον πληθωρισμό σχεδόν κατά μία μονάδα μέσα σε έναν χρόνο.
Και μάλιστα, όπως σημειώνει, η συγκεκριμένη εκτίμηση δεν είχε λάβει υπόψη μια στρατιωτική σύγκρουση της έντασης που ενδέχεται τώρα να εξελιχθεί.
«Δεν θα κάνει τον κόσμο ασφαλέστερο»
Ο Ισπανός πρωθυπουργός υποστηρίζει ότι ο πόλεμος με το Ιράν δεν πρόκειται να λύσει τα μεγάλα προβλήματα της διεθνούς πολιτικής. Δεν θα κάνει, όπως γράφει, το Ισραήλ πιο ασφαλές, ούτε θα οδηγήσει σε δίκαιη λύση για τη Γάζα.
«Ο πόλεμος κατά του Ιράν μπορεί να συμβάλει στην αύξηση των κερδών βιομηχανιών που συνδέονται με τον στρατιωτικό τομέα και να καλύψει εσωτερικά προβλήματα και αδυναμίες σε ορισμένες χώρες. Όμως δεν θα κάνει το Ισραήλ πιο ασφαλές ούτε θα προωθήσει μια δίκαιη λύση για τη Γάζα. Δεν θα αποδυναμώσει τον Βλαντίμιρ Πούτιν ούτε θα κάνει ευκολότερη την ειρήνη στην Ουκρανία. Δεν θα βοηθήσει στην εξάλειψη της φτώχειας στον Παγκόσμιο Νότο ούτε στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Και σίγουρα δεν θα φέρει υψηλότερους μισθούς, ισχυρότερες δημόσιες υπηρεσίες και καλύτερη ζωή για τους πολίτες μας στις πατρίδες μας», γράφει χαρακτηριστικά.
Η απόφαση για τις αμερικανικές βάσεις
Στο πλαίσιο αυτό, ο Σάντσεθ εξηγεί ότι η κυβέρνησή του αποφάσισε να μην επιτρέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες να χρησιμοποιήσουν τις στρατιωτικές βάσεις που βρίσκονται στο ισπανικό έδαφος για την επιχείρηση κατά του Ιράν.
Όπως σημειώνει, η απόφαση αυτή αποτελεί κυριαρχικό δικαίωμα της Ισπανίας, προβλέπεται από τις διμερείς συμφωνίες και αποσκοπεί στην προστασία των συμφερόντων της ισπανικής κοινωνίας.
Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι οι πραγματικοί σύμμαχοι οφείλουν να στηρίζουν ο ένας τον άλλον σε δύσκολες στιγμές – αλλά όχι να ακολουθούν «τυφλά» μια πορεία που θεωρούν επικίνδυνη.
«Η κλιμάκωση δεν θα οδηγήσει σε τίποτα καλό»
Η Μαδρίτη, γράφει, εργάζεται μαζί με ευρωπαϊκές χώρες και κράτη της περιοχής για να προωθήσει την αποκλιμάκωση, την επίτευξη εκεχειρίας και την επιστροφή στη διπλωματία.
Ορισμένοι μπορεί να θεωρούν αυτή την προσέγγιση αφελή, παραδέχεται.
Ωστόσο, όπως καταλήγει, πραγματικά αφελές είναι να πιστεύει κανείς ότι μια κλιμακούμενη ανταλλαγή πυραύλων και drones μπορεί να οδηγήσει σε κάτι θετικό.
«Η ιστορία έχει ήδη δοκιμάσει αυτή τη συνταγή – και δεν λειτουργεί», τονίζει.
Και θέτει το βασικό ερώτημα που, όπως γράφει, θα καθορίσει το μέλλον του κόσμου: αν οι διεθνείς σχέσεις θα διέπονται από τη «δύναμη των όπλων» ή από τη «δύναμη των κανόνων».
 
Top