
Manos Lambrakis
Ποιόν ακριβώς δουλεύουν, λοιπόν;
Η σκηνή του δελτίου τύπου είναι υπερβολικά άψογη για να είναι αθώα: ο Πατριάρχης της ειρήνης, της οικολογίας και του διαθρησκειακού διαλόγου συναντά τον πρώην πρωθυπουργό της «πρώτης φοράς Αριστερά», και αμέσως επιστρέφουν οι μεγάλες λέξεις με την τελετουργική τους ασφάλεια: Γάζα, Ουκρανία, Ιράν, Λίβανος, ευάλωτοι, αδύναμοι, αλληλεγγύη, περιβαλλοντική προστασία, περιφερειακή σταθερότητα. Τα ονόματα της παγκόσμιας εξαθλίωσης τοποθετούνται επάνω στο τραπέζι δήθεν ως πολιτισμένες θεματικές συνάντησης. Και κάπου εκεί εμφανίζεται η καθησυχαστική φράση περί κοινών ανθρωπιστικών αρχών Αριστεράς και Εκκλησίας… φράση τόσο στρογγυλή, ώστε δεν τραυματίζει κανέναν.
Εδώ δεν συναντώνται απλώς δύο πρόσωπα, αλλά δύο μορφές εξημερωμένης ηθικής. Από τη μία, μια Εκκλησία που επικαλείται την πνευματική της παράδοση ως κύρος, αλλά αποφεύγει ολοένα και περισσότερο την επικινδυνότητα της αλήθειας της και από την άλλη, μια Αριστερά που επιστρέφει στη γλώσσα των αδυνάμων, ακριβώς επειδή δεν μπορεί να επιστρέψει στη γλώσσα της ιστορικής υπόσχεσης.Ο εκκλησιαστικός θεσμός λαμβάνει από την πολιτική τη σφραγίδα της προοδευτικής επικαιρότητας, ενώ η πολιτική λαμβάνει από τον εκκλησιαστικό θεσμό το βάθος μιας πνευματικής νομιμοποίησης. Μια ανταλλαγή συμβολικού κεφαλαίου σχεδόν βυζαντινής λεπτότητας: η Εκκλησία προσφέρει ύψος χωρίς κρίση, η Αριστερά προσφέρει ευαισθησία χωρίς ρήξη.
Το πραγματικό γεγονός, επομένως, δεν είναι η συνάντηση, αλλά η εικόνα της. Η χειραψία, το δελτίο Τύπου, οι αναφορές στις διεθνείς εξελίξεις, η μνήμη των διασκέψεων, οι αδύναμοι, η ειρήνη, το περιβάλλον, όλα οργανώνονται ως μικρή λειτουργία αμοιβαίας αθώωσης.
Έπρεπε να φανεί ότι το Πατριαρχείο δεν είναι απλώς θεματοφύλακας παραδόσεως, αλλά γεωπνευματικός παράγοντας της εποχής.
Έπρεπε να φανεί ότι ο πρώην πρωθυπουργός δεν είναι απλώς το αποτύπωμα μιας μεγάλης πολιτικής διάψευσης, αλλά ακόμη φορέας υπεύθυνου ανθρωπισμού.
Έπρεπε, με άλλα λόγια, να φανεί ότι οι μεγάλες λέξεις μπορούν ακόμη να κυκλοφορούν χωρίς να ελέγχονται από την πραγματικότητα.
Όλοι αγαπούν τους ευάλωτους, αρκεί οι ευάλωτοι να μη διακόψουν τη φωτογραφία. Όλοι μιλούν για ειρήνη, αρκεί η ειρήνη να μη ζητήσει ρήξη με τους μηχανισμούς της βίας. Όλοι τιμούν τη δημιουργία, αρκεί η δημιουργία να μη σταθεί εμπόδιο στην ανάπτυξη.
Εκεί βρίσκεται η θεολογική ειρωνεία της στιγμής: η Εκκλησία, όταν δεν γίνεται κρίση, γίνεται σκηνογραφία και η Αριστερά, όταν δεν γίνεται ρήξη, γίνεται ανάμνηση του εαυτού της.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι ο πατριαρχικός λόγος είναι διπλωματικός.
Το πρόβλημα είναι όταν η διπλωματία παρουσιάζεται ως προφητεία.
Και το πρόβλημα δεν είναι ότι η πολιτική μιλά για ηθική. Το πρόβλημα είναι όταν η ηθική χρησιμοποιείται ως τρόπος να μη μιλήσουμε για την ήττα.
Έτσι, μέσα σε αυτή τη θεσμική ευγένεια που ξέρει να μετατρέπει τον πόνο του κόσμου σε ύφος σοβαρότητας, όλοι μοιάζουν δικαιωμένοι, εκτός από εκείνον στο όνομα του οποίου υποτίθεται ότι γίνεται η συνάντηση: τον ίδιο τον άνθρωπο-πολίτη.