
Manos Lambrakis
Η Ντόρα Μπακογιάννη την προηγούμενη εβδομάδα ανέβηκε στην Παναγή Κυριακού, στο πολιτικό γραφείο του Κώστα Καραμανλή, όχι για μια επίσκεψη από εκείνες που ανήκουν στην ευγένεια των παλαιών σχέσεων και τελειώνουν με δύο φράσεις στον διάδρομο. Η πολιτική, όταν αρχίζει να βαραίνει, δεν μιλά πάντα από μικρόφωνα.
Μιλά από πόρτες που ανοίγουν χαμηλόφωνα. Από πρόσωπα που αναλαμβάνουν να μεταφέρουν όχι ακριβώς μήνυμα, αλλά θερμοκρασία. Να δουν αν κάτω από τη γέφυρα υπάρχει ακόμη έδαφος ή αν πια η γέφυρα στέκεται μόνο επειδή όλοι φοβούνται να κοιτάξουν κάτω.
Κάπου βέβαια στο βάθος υπάρχει και η αυτοβιογραφία της, που ετοιμάζεται για το φθινόπωρο. Όχι ως αντικείμενο της συνάντησης, αλλά ως πλάγια ένδειξη. Οι αυτοβιογραφίες στην πολιτική δεν είναι ποτέ αθώες. Έρχονται όταν ο ενεργός χρόνος αρχίζει να μετατρέπεται σε αφήγηση, όταν ο πολιτικός οργανώνει ήδη τη θέση του απέναντι σε όσα τελειώνουν, όταν το εγώ δεν επιτίθεται πια τόσο στο μέλλον όσο τακτοποιεί το παρελθόν του για να μη χαθεί μέσα στις εκδοχές των άλλων.
Την ώρα που κάποιος ετοιμάζει το βιβλίο της διαδρομής του, η Νέα Δημοκρατία δυσκολεύεται να γράψει την επόμενη σελίδα της χωρίς να σκοντάψει στις άδειες καρέκλες.
Γιατί το συνέδριο που έρχεται δεν απειλείται να αδειάσει αριθμητικά. Θα γεμίσει. Αυτά τα πράγματα γεμίζουν πάντα. Με προσκλήσεις, χειροκροτήματα, φωτισμούς, πειθαρχημένες συγκινήσεις, φράσεις περί ευθύνης, σταθερότητας, συνέχειας.
Το πρόβλημα είναι άλλο: κινδυνεύει να γεμίσει χωρίς να σημαίνει.
Να έχει πλήθος χωρίς βάρος. Να έχει σώματα χωρίς συγκατάθεση. Να έχει εικόνα χωρίς εκείνη τη σκληρή, δύσκολη, παλαιά πολιτική ύλη που δεν παράγεται από σκηνοθεσία, αλλά από συγκρούσεις, αντοχές, ήττες, επιστροφές, πικρίες, και από ανθρώπους που δεν προσφέρονται εύκολα για πλάνο.
Ο Καραμανλής δεν μπαίνει σε αυτή την αίθουσα.
Και η μη είσοδός του δεν είναι απλώς άρνηση παρουσίας. Είναι άρνηση συγκατάθεσης στο σκηνικό.
Η απουσία του γίνεται αρνητική παρουσία, ένα όχι χωρίς φωνή, αλλά όχι γι’ αυτό λιγότερο ηχηρό.
Η Ντόρα το καταλαβαίνει. Ίσως γι’ αυτό η δική της κίνηση έχει αυτό το ενδιαφέρον, αυτή την παλιά, σχεδόν οδυνηρή κομματική ευφυΐα.
Δεν πηγαίνει απλώς να μαλακώσει ένα πρόβλημα. Πηγαίνει να δει αν υπάρχει ακόμη δυνατότητα να συνομιλήσουν άνθρωποι που κάποτε ανήκαν στο ίδιο μεγάλο δωμάτιο, έστω κι αν κάθονταν σε διαφορετικές γωνίες του.
Μόνο που τώρα το δωμάτιο έχει μικρύνει επικίνδυνα.
Έχει γίνει πρωθυπουργικό, κλειστό, γεμάτο οθόνες και σενάρια, αλλά φτωχό σε πολιτική ανάσα.
Και η Ντόρα μοιάζει να πηγαίνει να σώσει κάτι που ίσως έχει ήδη αποφασίσει ότι δεν θέλει να σωθεί.
Ύστερα υπάρχει και η ανάγκη να επισημοποιηθεί η πρόσκληση, να περάσει από χέρια γνωστά, να μη μείνει τίποτα άτυπο, τίποτα μετέωρο, τίποτα που αύριο θα μπορούσε να χρεωθεί στους διοργανωτές της γιορτής.
Η πολιτική αμηχανία αγαπά το πρωτόκολλο.
Όταν δεν ξέρει τι να κάνει με το ρήγμα, του δίνει αριθμό εισερχομένου.
Το καταγράφει.
Το στέλνει.
Κι ύστερα παριστάνει ότι έκανε ό,τι έπρεπε. Μόνο που οι ρήξεις αυτού του τύπου δεν απαντώνται με προσκλήσεις.
Οι προσκλήσεις απλώς φωτίζουν περισσότερο την απόσταση.
Ο Σαμαράς, από την άλλη, βρίσκεται εκεί ακριβώς επειδή δεν βρίσκεται. Αυτό είναι το ενοχλητικό του.
Δεν χρειάζεται καθημερινή δήλωση.
Ως ενδεχόμενο λειτουργεί ήδη σαν πολιτικό αντι-μοντάζ.
Χαλάει τη λεία αφήγηση του πρωθυπουργικού εργαστηρίου εικόνας. Υπενθυμίζει ότι υπάρχει ακόμη μέσα στον υπόγειο εθνικό κορμό μια γλώσσα που δεν μεταφράζεται εύκολα σε marketing, μια γλώσσα γεωπολιτικής, ορίων, τραύματος, ισχύος, κινδύνου. Και αυτό, για μια εξουσία που έχει μάθει να υποκαθιστά τη σκέψη με ρυθμό, είναι σχεδόν προσβολή.
Το συνέδριο λοιπόν θα γίνει. Κανονικά. Με τη σωστή σκηνοθεσία, τα σωστά πλάνα, τις σωστές εισόδους, τις σωστές φράσεις.
Θα παραχθεί η εικόνα μιας πολιτικής πληρότητας.
Αλλά το ερώτημα δεν είναι αν η αίθουσα θα είναι γεμάτη.
Το ερώτημα είναι από τι θα είναι γεμάτη.
Από πίστη ή από υποχρέωση; Από πολιτική ένταση ή από φόβο αποκλεισμού;
Από πραγματική συστράτευση ή από εκείνη την κουρασμένη παρουσία ανθρώπων που χειροκροτούν επειδή η κάμερα κοιτάζει;
Σαν τέλεια μικρή γελοιότητα μιας εξουσίας που δεν αντέχει τη βουβή της έκθεση, μπαίνουν σήμερα οι Metallica. «Enter Sandman», γρήγορα πλάνα, Θεσσαλονίκη, ένταση, ηχεία.
Δεν είναι απλώς αστείο.
Η εξουσία που χάνει βάρος ζητά ένταση.
Η πολιτική που δεν μπορεί να παραγάγει πια πειθώ δανείζεται ήχο.
Όταν δεν έχεις Καραμανλή και Σαμαρά, βάζεις Metallica.
Όταν αδειάζει η αίθουσα από νόημα, τη γεμίζεις με ντεσιμπέλ.