ads by Google

Εκβαρβάρωση.
Αυτή είναι η πιο ακριβής ονομασία μιας εποχής που δεν καταρρέει θεαματικά, παρά φθείρεται από μέσα, αθόρυβα, συστηματικά, σχεδόν παιδαγωγικά, μαθαίνοντας τους ανθρώπους να συμβιώνουν με αυτό που άλλοτε θα τους συνέτριβε.
Το πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι πληθαίνουν τα εγκλήματα, οι υποψίες συγκάλυψης, οι θεσμικές σκιές, οι υποθέσεις που ανοίγουν κάθε μέρα ένα νέο ρήγμα στο ήδη τραυματισμένο σώμα της κοινωνίας, αλλά ότι όλα αυτά εισέρχονται πια στη δημόσια εμπειρία με μια παράξενη οικειότητα, σαν να είχαν προ πολλού εξασφαλίσει μια θέση μέσα στον μηχανισμό της καθημερινότητας. Η εκβαρβάρωση αρχίζει ακριβώς όταν το απαράδεκτο παύει να εμφανίζεται ως εξαίρεση και αρχίζει να οργανώνει το κλίμα, τον τόνο, τη θερμοκρασία της συλλογικής ζωής.
Όταν η αλήθεια δεν απουσιάζει, αλλά κυκλοφορεί απονευρωμένη.
Όταν το σοκ δεν εξαφανίζεται, αλλά χάνει τη διάρκεια και τη μεταμορφωτική του ισχύ.
Όταν η κοινωνία δεν παύει να ξέρει, αλλά παύει βαθμηδόν να μπορεί να αντέξει ό,τι ξέρει.
Και τότε η βαρβαρότητα δεν είναι μόνο εκεί έξω, στα γεγονότα, στους μηχανισμούς, στους ενόχους, αλλά και εδώ μέσα, στην κόπωση της συνείδησης, στην εξάντληση της προσοχής, στην αδυναμία της ψυχής να κρατήσει ανοιχτή την πληγή του πραγματικού χωρίς να θωρακιστεί κυνικά απέναντί της.
Οι πρόσφατες υποθέσεις που βαραίνουν τη δημόσια ατμόσφαιρα, από την υπόθεση της Μυρτώς στην Κεφαλονιά έως τη σημερινή κοινοβουλευτική σύγκρουση για το κράτος δικαίου, δείχνουν ακριβώς αυτή τη μετάβαση από το συμβάν στο κλίμα, από το μεμονωμένο τραύμα στη διάχυτη αίσθηση ότι κάτι έχει πλέον ραγίσει στον ίδιο τον ιστό του κοινού βίου.
Γι’ αυτό και η αδυναμία να διαβάσει κανείς αναλυτικά την ειδησεογραφία δεν είναι ένδειξη επιπολαιότητας αλλά μορφή άμυνας, σχεδόν ενστικτώδους, απέναντι σε μια πραγματικότητα που γίνεται όλο και πιο δύσκολο να παρακολουθηθεί χωρίς εσωτερική βλάβη.
Φτάνει κανείς σε ένα σημείο όπου η πληροφορία παύει να λειτουργεί ως γνώση και μετατρέπεται σε τοξικό υλικό για την ψυχή, όχι επειδή δεν χρειαζόμαστε την αλήθεια, αλλά επειδή η αλήθεια, όταν έρχεται αδιάκοπα ντυμένη με τη μορφή φρίκης, εγκλήματος, ατιμωρησίας, υποψίας και θεσμικής σκουριάς, παύει να φωτίζει και αρχίζει να βαραίνει σαν πέτρα πάνω στην αναπνοή. Η υπόθεση της δεκαεννιάχρονης Μυρτώς δεν είναι μόνο μία ακόμη ποινική δικογραφία, ένα ακόμη τραγικό περιστατικό που θα ακολουθήσει τον δρόμο της δικαιοσύνης. Είναι η βίαιη υπενθύμιση ότι το νέο σώμα, το ευάλωτο σώμα, το σώμα που θα έπρεπε να περιβάλλεται από το αυτονόητο της προστασίας, παραδίδεται ξανά στο πιο σκοτεινό ενδεχόμενο του κόσμου, και η κοινωνία το παρακολουθεί αυτό όχι σε συνθήκες καθαρής αφύπνισης αλλά μέσα από μια συσσωρευμένη κόπωση, σαν να πρέπει να βρει χώρο μέσα της και γι’ αυτό το τραύμα, έπειτα από τόσα άλλα. Εκεί ακριβώς γεννιέται η αίσθηση του αδιανόητου: όχι μόνο στο τι συνέβη, αλλά στο ότι συμβαίνει μέσα σε μια χώρα η οποία μοιάζει να έχει χάσει την ικανότητα να σταματά πραγματικά μπροστά σε ό,τι θα έπρεπε να την ακινητοποιεί. Και αυτή η απώλεια της ηθικής ακινητοποίησης, αυτής της στάσης που λέει «ως εδώ», είναι ίσως ένα από τα βαθύτερα συμπτώματα της εποχής.
Ακόμη βαρύτερη γίνεται αυτή η αίσθηση όταν η θεσμική σήψη δεν εμφανίζεται απλώς ως διαφθορά, ως συναλλαγή, ως γνώριμη ήδη μορφή παρασκηνίου, αλλά ως σκοτάδι που αγγίζει τον πλέον ανυπεράσπιστο τόπο της ανθρώπινης ύπαρξης. Το κυπριακό παραδικαστικό σκάνδαλο που αποκάλυψε το documento του Κώστα Βαξεβάνη προκαλεί ακριβώς αυτή τη μορφή ναυτίας, επειδή η δημόσια συζήτηση γύρω από αυτό δεν έμεινε στο επίπεδο μιας συνηθισμένης δικαστικής εκτροπής, αλλά συνδέθηκε με καταγγελίες, με βαριές αναφορές, με υλικό υπό διερεύνηση, με υπαινιγμούς και δημόσιες μαρτυρίες που άγγιξαν ακόμη και το πεδίο της παιδοφιλίας ή της παιδεραστίας. Εκεί η εκβαρβάρωση παύει να είναι έννοια πολιτικής φιλοσοφίας και γίνεται σχεδόν σωματική εμπειρία αποστροφής. Κι όταν η κοινωνία ακούει ότι κύκλοι ισχύος, μηχανισμοί επιρροής, πρόσωπα που εφάπτονται στη δικαιοσύνη ή στην προστασία του νόμου εμφανίζονται, έστω ως υπόνοιες ή αντικείμενα έρευνας, δίπλα σε τόσο ακραία πεδία κακοποίησης, τότε δεν κλονίζεται απλώς η εμπιστοσύνη στον θεσμό, κλονίζεται η ίδια η πίστη ότι υπάρχει κάπου ένα τελευταίο όριο που δεν παραβιάζεται. Κι αν υπάρχει κάτι πιο επικίνδυνο από τη διαφθορά, είναι ακριβώς αυτό: η διάβρωση της ίδιας της ιδέας ότι το αδύναμο σώμα προστατεύεται αδιαπραγμάτευτα, ότι ο κόσμος διαθέτει ακόμη μια ελάχιστη ηθική αρχιτεκτονική.
Γι’ αυτό και η σημερινή συζήτηση στη Βουλή για την κρίση του κράτους δικαίου δεν μπορεί να εκληφθεί ως ένα ακόμη κοινοβουλευτικό επεισόδιο, μια αναμενόμενη αντιπαράθεση ανάμεσα σε κυβέρνηση και αντιπολίτευση, μια φθαρμένη ημερησία ανταλλαγής καταγγελιών. Η σημασία της είναι βαθύτερη, επειδή φανερώνει ότι το τραύμα έχει περάσει από το επίπεδο της διάχυτης κοινωνικής εντύπωσης στο επίπεδο της ρητής πολιτικής ονομασίας.
Όταν ο πρωθυπουργός υπερασπίζεται την εικόνα της χώρας ως κράτους δικαίου και η αντιπολίτευση απαντά ότι ακριβώς εκεί βρίσκεται η μεγάλη πληγή, τότε το ερώτημα δεν είναι απλώς ποιος έχει δίκιο στη διαχείριση των εντυπώσεων. Είναι αν υπάρχει ακόμη κοινός τόπος αλήθειας πάνω στον οποίο μπορεί να σταθεί η πολιτική σύγκρουση.
Το κράτος δικαίου δεν είναι ένας τεχνικός δείκτης, μια γραφειοκρατική παράμετρος, μια ευρωπαϊκή φόρμουλα αξιολόγησης. Είναι το ελάχιστο ηθικό συμβόλαιο που επιτρέπει στον πολίτη να πιστεύει ότι ο νόμος δεν είναι προνόμιο των ισχυρών αλλά όριο της ισχύος τους, ότι ο θεσμός δεν είναι σκηνικό αλλά προστασία, ότι η δικαιοσύνη δεν είναι απλή λέξη δημόσιας χρήσης αλλά πραγματική δυνατότητα του αδυνάτου να μη συντριβεί απολύτως.
Όταν αυτή η πίστη διασαλεύεται, η πολιτική παύει να αφορά μόνο επιλογές και στρατηγικές, αφορά τη δυνατότητα μιας κοινωνίας να εξακολουθεί να αναγνωρίζει τον εαυτό της ως κοινότητα και όχι ως απλό χώρο συσχετισμού δυνάμεων, φόβου και επικοινωνιακής επιβολής.
Αλλά το βαθύτερο τραύμα δεν εξαντλείται ούτε στο θεσμικό ούτε στο ποινικό επίπεδο. Η εκβαρβάρωση εργάζεται κυρίως πάνω στον εσωτερικό άνθρωπο, πάνω στον ψυχισμό, πάνω στην ικανότητα του προσώπου να διατηρεί ευαισθησία χωρίς να διαλύεται, διάκριση χωρίς να κυνικοποιείται, ελπίδα χωρίς να αυτοεξαπατάται.
Σιγά σιγά παράγεται ένας τύπος ανθρώπου κουρασμένου όχι μόνο από το κακό αλλά από την ίδια την επανάληψη της αποκάλυψής του.
Ένας άνθρωπος που ακούει, διαβάζει, συγκλονίζεται, και όμως κάπου βαθιά έχει αρχίσει να υποψιάζεται ότι τίποτε από αυτά δεν θα αναμετρηθεί μέχρι τέλους με την αλήθεια του.
Έτσι, το κακό δεν νικά μόνο όταν μένει ατιμώρητο, νικά και όταν εξαντλεί μέσα μας την πίστη ότι η αλήθεια έχει ακόμη συνέπειες. Αυτός ο εξαντλημένος πολίτης δεν είναι αδιάφορος.
Είναι κάτι ίσως πιο τραγικό: είναι παρών αλλά αποδυναμωμένος, ηθικά ξύπνιος αλλά ιστορικά αποθαρρυμένος, ικανός ακόμη να ονομάσει την αδικία αλλά όχι βέβαιος ότι η ονομασία της μπορεί να μεταβάλει τον κόσμο. Και εδώ πρέπει να εντοπιστεί η βαθύτερη μορφή βίας της εποχής: όχι μόνο στα ίδια τα γεγονότα, αλλά στο ότι εκπαιδεύει τους ανθρώπους να ζουν με μια σταδιακή αποεπένδυση από το κοινό, με μια υπόγεια παραίτηση της επιθυμίας για δικαιοσύνη, με μια σχεδόν πειθαρχημένη αποδοχή ότι το σκοτάδι θα είναι πάντοτε ταχύτερο από την αποκατάσταση.
Αυτή η μορφή κόπωσης είναι επικίνδυνη ακριβώς επειδή δεν φαίνεται θορυβωδώς, εγκαθίσταται ως ήπιος κυνισμός, ως λεπτή άρνηση να ελπίσει κανείς, ως ψυχική προστασία που σιγά σιγά γίνεται νέα κανονικότητα.
Και έτσι επιστρέφει αμείλικτο το ερώτημα: πώς συνέβη αυτό;
Όχι μόνο πώς συνέβη το κάθε έγκλημα, το κάθε σκάνδαλο, η κάθε θεσμική θόλωση, αλλά πώς συνέβη να δημιουργηθεί ένα τόσο βαρύ υπόστρωμα μέσα στο οποίο όλα αυτά βρίσκουν θέση, συνέχεια, ρυθμό και σχεδόν προβλεψιμότητα.
Καμιά χώρα δεν εισέρχεται μονομιάς στην εκβαρβάρωση. Εισέρχεται με μικρές καθημερινές εκχωρήσεις, με αλλεπάλληλες ανοχές, με ένα πλήθος από χαμηλής έντασης παραμορφώσεις που δεν φαίνονται αρχικά μοιραίες: λίγη περισσότερη ατιμωρησία εδώ, λίγη περισσότερη θεσμική ασάφεια εκεί, λίγη περισσότερη χυδαιότητα στον δημόσιο λόγο, λίγη περισσότερη ιδέα ότι «όλα αυτά έτσι γίνονται».
Και κάποια στιγμή η συσσώρευση παύει να είναι αθροιστική και γίνεται ποιοτική μεταβολή: η κοινωνία χάνει το ηθικό της δέρμα, τον λεπτό εκείνο ιστό που τη βοηθούσε να αισθάνεται εγκαίρως τον πόνο και να μην τον μεταφράζει αμέσως σε συνήθεια.
Τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι υπάρχουν ένοχοι, είναι ότι το ίδιο το συλλογικό σώμα δυσκολεύεται να παραμείνει άγρυπνο, ότι το τραύμα δεν οδηγεί αυτονόητα σε κάθαρση αλλά σε βαρύτητα, σε μουδιάσματα, σε μια παγερή συνύπαρξη με το σκοτεινό.
Όμως εδώ βρίσκεται το τελευταίο ίχνος αντίστασης: στο να μην παραιτηθεί κανείς από την απορία, στο να εξακολουθεί να λέει «αυτό δεν μπορεί να γίνει φυσικό», στο να αρνείται να επιτρέψει στην εποχή να του επιβάλει ως ωριμότητα εκείνο που δεν είναι παρά παραίτηση. Γιατί η εκβαρβάρωση νικά οριστικά μόνο όταν παύουμε όχι απλώς να αντιδρούμε, αλλά να πενθούμε, να ντρεπόμαστε, να απορούμε. Και σήμερα το πιο πολιτικό, το πιο ηθικό, το πιο ανθρώπινο καθήκον είναι ακριβώς αυτό: να διασώσει κανείς την ικανότητα της απορίας μέσα σε έναν κόσμο που εργάζεται αδιάκοπα για να τη νεκρώσει.
 
Top